Λίγες ώρες πριν την εμφάνιση του στην Ορεστιάδα ο Ορφέας Περίδης μας αναλύει τον ορό «έντεχνο» και μας μιλά για τον τελευταίο του δίσκο «Ονειροπόλων Μόχθοι»
-Πιστεύεις ότι ένας καλλιτέχνης του δικού σου είδους ,του εντέχνου είναι βιώσιμος σε σχέση με τους άλλους καλλιτέχνες της ελληνικής μουσικής π.χ της ποπ μουσικής;
-Πιστεύω πως ναι από την στιγμή που θα το πετύχει .Από την στιγμή που θα αγαπήσει ο κόσμος αυτό που κάνει.
-Μεγάλα ονόματα τις Παγκόσμιας σκηνής αλλά και τις Ελληνικής έχουν κάνει δίσκους για φιλανθρωπικό σκοπό ,μήπως ήρθε η ώρα να κάνετε και οι καλλιτέχνες του εντέχνου ένα τέτοιο δίσκο όπως του Michael Jackson- We are the world,Ronnie James Dio –Hear N’ Aid;
-Δεν νομίζω πως έχεις άδικο σε αυτό νομίζω πως ναι ότι έχει έρθει η ώρα ,θα μπορούσαμε να το κάνουμε αυτό αλλά από αυτό που πάσχουμε εμείς οι Έλληνες είναι ότι δεν μπορούμε να οργανωθούμε και επίσης είναι δύσκολος ο χώρος ο καλλιτεχνικός γιατί ούτε εύκολα μπορεί να συνδικαλιστεί ,ούτε εύκολα μπορεί να συγχρονιστεί ,γιατί μέσα σε αυτό χώρο υπάρχει ο ανταγωνισμός ,η ζήλεια ,αν μπορούσαμε να τα παρακάμψουμε όλα αυτά και να υπήρχε κάποιος να οργανώσει κάτι τέτοιο τότε θα ήταν πολύ εύκολο να γίνει.
-Ο καινούργιος δίσκος σου λέγετε ονειροπόλων μόχθοι ,είναι ένας δίσκος για τους μήνες.
-Ναι είναι ένα καλεντάρι ,ένα μουσικό ημερολόγιο .Άρχισα να τον φτιάχνω από το 2005 διαβάζοντας τα αφιερώματα που είχε βγάλει η «Καθημερινή» το 2000 την πρώτη Κυριακή του κάθε μήνα και σε αυτά τα αφιερώματα βρήκα παρά πολλά στοιχειά γιατί είχαν συνεργαστεί καθηγητές πανεπιστημίων ,λαογράφοι ,καλλιτέχνες ακόμη και αστρονόμοι ,υπήρχε πλούσιο επιτελείο ανθρώπων που γνώριζαν το αντικείμενο και είχε πολλές πληροφορίες και από εκεί είπα ότι αξίζει να ασχοληθώ με αυτό το θέμα και εγώ. Το έχει κάνει και ο Ηλίας ο Κατσούλης με τον Παντελή Θαλασσινό ,ο Δημήτρης ο Παπαδημητρίου ,ακόμα και ο Τσαϊκόφσκι έχει γράψει για τους μήνες ,έτσι είπα να τολμήσω και εγώ με τον δικό μου τρόπο ,με μια άλλη φωνή ,μια άλλη ιδέα. Το αγάπησα πολύ αυτό θέμα. Ξεκίνησα τον Μάρτιο όπως σου είπα του 2005,ο Μάρτιος στους ρωμαϊκούς μήνες ήταν ο πρώτος μήνα του χρόνου και έφτασα μέχρι τον Νοέμβριο και σταμάτησα ,δεν ξέρω γιατί ,μάλλον μου τελείωσε η έμπνευση .Και έκτοτε για να συμπληρώσω αυτούς τους 3 μήνες έκανα μια 5ετια,βεβαια κάποια κομμάτια όπως του Ιουλίου τα έσκισα και τα ξαναέφτιαξα από την αρχή και πήρα αυτούς τους εξαίρετους μουσικούς τον Γιώτη Κιρτσόγλου που κάναμε την ενορχήστρωση ,τον Σταύρο Λάντσια και των David Lynch τους Human Touch και κάναμε αυτή την εργασία.
-Είσαι και εσύ ένας ονειροπόλος ;Θα έπρεπε να είμαστε όλοι ονειροπόλοι για να συνεχίσουμε να ζούμε;
-Δεν μπορείς να επιβιώσεις χωρίς όνειρα ,στόχους δηλαδή αυτή είναι η κινητήριος δύναμη του ανθρώπου ,να κάνει κάτι ,να βάζει ένα στόχο για να πάει μπροστά ,δεν ξέρω πόσο μπροστά αλλά να βάζει ένα στόχο με αυτή την έννοια ονειροπόλος.
-Τα τραγούδια σου είναι ταξιδιάρικα ,νοσταλγικά ,ροκ πως γραφείς τους στοίχους σου; Λένε ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να μην είναι καλά ψυχολογικά ή να είναι πολύ καλά για να μπορέσει να γράψει ισχύει αυτό για σένα;
-Ισχύει αυτό ,επειδή το τραγούδι είναι ανάγκη και η ανάγκη εμφανίζετε όταν κάτι σε ενοχλεί ,κάτι θέλεις να εκφράσεις ή κάτι δεν είπες και το κλοθογυρνάς σαν καραμέλα μέσα στο μυαλό σου και σου έρχεται η απάντηση που δεν έδωσες την κατάλληλη στιγμή.
-Δεν είναι κλισέ δηλαδή.
-Είναι ανάγκη και προκύπτει από μια ανάγκη να εκφραστεί ο δημιουργός με άλλο στυλ διαλόγου .Η μουσική είναι μια άλλη γλώσσα που λέει τα πράγματα με άλλον τρόπο ,ίσως πολύ άμεσο .Με την βοήθεια της μουσικής και τις ιδέες σου φτιάχνεις αυτό το κλίμα, φτιάχνεις αυτό που θες να πεις.
-Το έντεχνο είναι γενικά ένα μελαγχολικό είδος.
-(Γέλια)Το έντεχνο….
-Ταιριάζει αυτός ο τίτλος σε αυτό το είδος τραγουδιού ;Δηλαδή μόνο αυτό έχει τέχνη; Όλα τα αλλά είναι άτεχνα;
-Έλα ντε! Κοίτα αυτό έγινε το 68-69 ,πρώτο ειπώθηκε από τον Θεοδωράκη όταν έκανε τον επιτάφιο και τον ρώτησαν πως το χαρακτηρίζετε αυτό το έργο και είπε «έντεχνο» ορός έρχεται από τον προ προηγούμενο αιώνα κάπου στα τέλη του 1800 ο Σοπέν μίλησε για έντεχνο ,δηλαδή ήταν ένα τραγούδι και από κάτω υπήρχε μια συνοδεία πιάνου που από μονή της αυτή η συνοδεία ήταν ένα ολοκληρωμένο έργο, αυτή δηλαδή η μίξη 2 τεχνών μαζί συνοδείας και ενός τραγουδιού .Ταυτόχρονα όταν υπάρχουν 2 και 3 στοιχεία μαζί όπως στην περίπτωση του Θεοδωράκη που συνδυάζει ποίηση μελοποιημένη.
-Δηλαδή καλούμε έντεχνο ένα ποίημα μελοποιημένο που συνδυάζει πολλά στοιχειά.
-Να συνδυάζει πολλά μουσικά στοιχειά και να είναι και ποίημα και όχι ένας απλός στοίχος ,αν και καμία φορά είναι και αυτός από μονός του ποίημα. Ωστόσο μέσα σε αυτόν τον ορό έχουν εισχωρήσει χιλιάδες αποτυχημένα τραγούδια ,αδιάφορα τραγούδια .Και δεν μου αρέσει ο ορός όπως και ο ορός τραγουδοποιός ,είναι σαν να λέμε επιπλοποιός ,δηλαδή υποβαθμίζει την τέχνη ,ο ένας είναι τεχνίτης και ο άλλος είναι καλλιτέχνης .Εγώ δεν είμαι τεχνίτης ,είμαι καλλιτέχνης ,μη νομίζεις και ο Χατζηδάκης όταν πήγε κάποιος δημοσιογράφος και τον ρώτησε πως χαρακτηρίζετε την τέχνη σας , θυμωμένος του είπε «πες ότι είμαι τραγουδοποιός». Να πω την αλήθεια δεν ξέρω τι σημαίνει ακριβώς έντεχνο ,με προκαλεί και με γοητεύει η σεμνότητα, δεν θα ήθελα να χαρακτηριστώ σαν άνθρωπος που τα κάνει όλα με μια τέχνη ,δεν ξέρω αν είμαι τόσο καλός.
-Για να σε αγαπάει ο κόσμος είσαι καλός .
-Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι πέτυχα 4-5 τραγούδια ,αυτό προϋποθέτει ένα ταλέντο ,δεν είναι ακαδημαϊκή γνώση μόνο ,δεν μπορώ να πω ότι δεν το έχω γιατί θα ήμουν σεμνότυφος αλλά δεν ξέρω και πόσο έντεχνος είμαι γιατί καμία φορά τα κάνω τόσο γρήγορα δηλαδή βγαίνουν τα κομμάτια με έναν σχεδόν αυτοματισμό που δεν ξέρω αν μπορεί κάποιος να πει ότι έχω βάλει τέχνη μέσα.
Συναντήθηκα με τον Τάσο Θεοδωράκη στην Πόλη. Είχε έρθει για το 1ο διεθνές συνέδριο ουτιού. Όντας κατασκευαστής μουσικών οργάνων στη Θεσσαλονίκη και έχοντας πάθος με το ούτι, την ιστορία του και την κατασκευή του, έρχεται συχνά στην Πόλη. Φυσικά, δε θα μπορούσε να λείψει από ένα τέτοιο γεγονός.
(Φωτογραφία) Ο Τάσος Θεοδωράκης (αριστερά) μαζί με το δάσκαλο του ουτιού Mutlu Torun
Ο Τάσος έχει πιάσει το ούτι από πολλές μεριές. Είναι μελετητής και ερευνητής του Μανώλη Βενιού αλλά και των υπόλοιπων κατασκευαστών ουτιών της Πόλης του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα.
Είναι συλλέκτης μουσικών οργάνων και από τα χέρια του έχουν περάσει πολλά ούτια.
Παράλληλα, ασχολείται με τη κατασκευή τους αρκετά χρόνια και τα ούτια του θεωρούνται από πολλούς εξαιρετικά. Το δε ούτι στο λογότυπο του συνεδρίου είναι δικής του κατασκευής. Προσωπικά, έχω διαπιστώσει ότι είναι από τους λίγους που έχουν μια ολοκληρωμένη εικόνα, τόσο για τα θέματα κατασκευής του, όσο και για την ιστορία των ουτιών της Πόλης. Για όλους αυτούς τους λόγους, του πρότεινα και δέχτηκε να δώσει μια συνέντευξη για το συνέδριο, γιατί θεωρώ ότι είναι ένας από τους πιο κατάλληλους για να το περιγράψουν, όντας μάλιστα παρόν όλες τις μέρες. Στο συνέδριο αυτό έγιναν διαλέξεις, σεμινάρια κατασκευής και συναυλίες σε ένα όμορφο περιβάλλον, όπου οργανοποιοί, μουσικοί, ερευνητές, αλλά και απλοί λάτρεις του ουτιού είχαν την ευκαιρία να βρεθούν μαζί, να συζητήσουν και να ανταλλάξουν απόψεις. Μέσα από αυτή τη συνέντευξη μας μεταφέρει τη ματιά του, όχι μόνο με τα λόγια του, αλλά και με τις φωτογραφίες του συνεδρίου που που μας παραχώρησε.
Kύριε Θεοδωράκη καλημέρα. Μήπως μπορείτε να μας πείτε λίγα λόγια για 'σάς;
Πολύ ευχαρίστως. Γεννήθηκα στην Ορεστιάδα και από πολύ μικρός είχα να κάνω με κιθάρες και με ξύλινες μικρο-κατασκευές, συνέχεια ένα πριόνι και ένα σφυρί είχα στα χέρια. Έπειτα έκανα σπουδές τζαζ κιθάρας στην Θεσσαλονίκη, μέχρι που ένα βράδυ εντελώς τυχαία άκουσα τον Ross Daly να παίζει διάφορα παραδοσιακά έγχορδα όργανα. Τότε κατάλαβα ότι αυτά τα μουσικά όργανα και ο ήχος τους με ενδιαφέρουν πολύ. Από τότε, αυτοδημιούργητος, ζω και εργάζομαι στην Θεσσαλονίκη κατασκευάζοντας μουσικά όργανα εδώ και είκοσι χρόνια. Πόσο συχνά έρχεστε στην Πόλη;
Στην Πόλη έρχομαι 3-4 φορές τον χρόνο, για δουλειές και για βόλτα φυσικά. Έχω την τύχη να γνωρίζομαι σχεδόν με όλους τους κατασκευαστές της Πόλης και με τους περισσότερους έχω φιλίες. Είναι ευχάριστο και ενδιαφέρον να συζητάς με συναδέλφους για κατασκευαστικά θέματα, καινοτομίες και κοινές ανησυχίες. Ο ένας μαθαίνει από τον άλλον και έτσι η τέχνη πάει παρά πέρα.
Τελικά, τι είναι η Πόλη για 'σάς;
Η Πόλη είναι πανέμορφη, για μένα είναι τόπος έμπνευσης και πηγή ενέργειας. Το απόλυτο μέρος, με χρώματα, αρώματα, είναι φανταστικά. Αυτό μπορεί να το διαπιστώσει ο οποιοσδήποτε, αν κάνει μια μικρή εκδρομή στην Πόλη των πόλεων.
Πότε ήρθε το ούτι στην Πόλη;
Το ούτι πρωτοεμφανίστηκε στην Πόλη περίπου το 1850. Στη συνέχεια με το πέρασμα των χρόνων άλλαξε μορφή, έγινε λίγο μικρότερο σε μέγεθος αλλά και πολύ δημοφιλές, τόσο που σχεδόν αντικατέστησε το λαούτο της Πόλης, το οποίο ήταν πιο αδύναμο ηχητικά, αλλά και συγκερασμένο.
Ποιόν θεωρείτε τον μεγαλύτερο κατασκευαστή ουτιού στην ευρύτερη περιοχή μας;
Μα φυσικά τον Εμμανουήλ Βενιό, αυτό δεν σηκώνει αμφισβήτηση από κανέναν. Αυτός ήταν και ο βασικός σχεδιαστής του νέου μικρότερου μοντέλου ουτιού της Πόλης.
Γιατί κάποιος νέος σήμερα να ασχοληθεί με το ούτι;
Γιατί όχι; Η ενασχόληση με οποιοδήποτε όργανο είναι κάτι σπουδαίο, πολύ περισσότερο λοιπόν με ένα όργανο που έχει έναν τόσο ιδιαίτερο και αισθαντικό ήχο, που είναι μέρος της παράδοσής μας και που δίνει μεγάλη ελευθερία όσον αφορά το παίξιμο αλλά και τα είδη της μουσικής.
Τι αντιπροσωπεύει το ούτι για σας; Γιατί έχετε τόσο μεράκι γι’ αυτό; Είναι κάτι που μπορείτε να το εξηγήσετε;
Τι να πω... Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Ο παππούς μου έπαιζε λίγο ούτι και τραγουδούσε. Ίσως παίζει ρόλο και η καταγωγή μου που είναι από την Ανατολική Θράκη. Απολαμβάνω πολύ να το ακούω, να το κατασκευάζω και ειδικά όταν αναπαλαιώνω κάτι παλιό, είναι απίστευτη η αίσθηση, είναι σαν να ανασταίνεις ένα νεκρό.
Ποιός είναι ο ρόλος του στην παράδοσή μας; Πού πιστεύετε ότι οφείλεται η αναβίωση του ουτιού;
Το ούτι παίζει σημαντικό ρόλο στην παράδοση μας. Είναι και σολιστικό και συνοδευτικό όργανο. Χρησιμοποιήθηκε τόσο στη λόγια μουσική, όσο και στο σμυρναίικο και ρεμπέτικο ρεπερτόριο. Τώρα πλέον άρχισε να χρησιμοποιείται και σε μοντέρνα είδη μουσικής. Για πολλά χρόνια, μετά το 1930, το παίξιμο του ουτιού είχε περιοριστεί αρκετά στην Ελλάδα. Μόνο στη Θεσσαλονίκη παιζόταν λίγο και σε κάποιες άλλες περιοχές της χώρας, όπου ήταν έντονη η παρουσία των προσφύγων. Το ούτι, ασχέτως αν στην πραγματικότητα έχει εντελώς διαφορετική προέλευση, τον καιρό εκείνο κάποιοι το θεώρησαν τουρκικό όργανο και σε πολλές περιπτώσεις το κατέστρεφαν, αγνοώντας την ιστορία που κουβαλούσε και αδιαφορώντας αν είχε κατασκευαστεί από Ελληνες ή όχι. Επίσης, για να έρθει πιο κοντά στα ελληνικά δεδομένα, κάποιοι οργανοποιοί στην Θεσσαλονίκη κατασκεύαζαν ούτια με κεφαλάρια από λαούτο, με μεταλλικά κλειδιά, έτσι ώστε να μοιάζουν με λαούτα... Τα τελευταία χρόνια δεν υπάρχει πια αυτός ο φανατισμός αλλά και η αμάθεια του παρελθόντος και το ούτι κερδίζει μέρα με τη μέρα τον σεβασμό πολλών Ελλήνων και αποκτά και πάλι κάτι απ’ την παλιά του αίγλη.
Πού ακριβώς έγινε το συνέδριο; Σας ικανοποίησε η οργάνωσή του; Μήπως μπορείτε να μας πείτε κάποια ισχυρά σημεία του αλλά και κάποια αδύνατα, κατά τη γνώμη σας;
Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε στο Sepetçiler Kasrı στην οδό Kennedy στην περιοχή Sarayburnu, πολύ κοντά στο σταθμό του τρένου και δύο μέτρα «επάνω» από το Βόσπορο. Απέναντι φαίνεται η γέφυρα και ο πύργος του Γαλατά. Απίστευτη τοποθεσία, με πολύ όμορφα ηλιοβασιλέματα. Η τοποθεσία που έγινε το συνέδριο μου άρεσε, ήταν βολική για κάθε επισκέπτη και αρκετά φωτεινή για την πραγματοποίηση των σεμιναρίων. Ίσως όμως κάποιες βραδιές ο χώρος για τις συναυλίες να ήταν λιγάκι μικρός. Ο Necati Celik, που είναι ο καλλιτεχνικός διευθυντής του συνεδρίου μου είπε: «αυτή είναι η πρώτη χρονιά που διοργανώνεται κάτι τέτοιο στην Πόλη, και λογικό είναι να έχουμε κάνει λάθη, αλλά από τα λάθη μαθαίνουμε, και του χρόνου θα είναι καλύτερα».
Μπορείτε να μας πείτε λίγα λόγια για τον Γιώργο Μπατζανό; Γιατί θεωρείται τόσο σημαντικός ώστε οι υπεύθυνοι του συνεδρίου να δώσουν το όνομα του σε αυτό;
Ο Γιώργος Μπατζανός καταγόταν από τη Σηλυβρία της Προποντίδας, γεννήθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 1900 και πέθανε στην Κωνσταντινούπολη στις 24 Φεβρουαρίου 1977. Ήταν γνωστός και με το παρατσούκλι «φορτούνας». Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους ουτίστες στον κόσμο. Το συνέδριο έπρεπε να βαφτιστεί με το όνομα ενός μεγάλου δεξιοτέχνη της Πόλης στο ούτι και -όπως καταλαβαίνεις- δικαίως ονομάστηκε «Γιώργος Μπατζανός».
Βγήκανε κάποια καινούργια στοιχεία για τον Γιώργο Μπατζανό;
Παρουσιάστηκαν σπάνιες αδημοσίευτες φωτογραφίες με τον Μπατζανό, να κάνει αστείες γκριμάτσες και να χορεύει, που αποκαλύπτουν και άλλες πτυχές της προσωπικότητάς του. Επίσης, άτομα που τον γνώριζαν προσωπικά, στο περιθώριο του συνεδρίου σχολίαζαν ότι ήταν φανατικός καπνιστής, έπαιζε ούτι πίσω από την πλάτη του, πίσω από τα πόδια και ότι γενικά έκανε πολλά αστεία. Πρόσφατα βρήκα τον τάφο του, αλλά δεν πρόλαβα να το οργανώσω έτσι ώστε να παρουσιαστούν κάποιες φωτογραφίες. Δεν πειράζει όμως, στο επόμενο συνέδριο.
Τελικά, το δίδυμο Μπατζανός - Βενιός στοιχειώνει τον κόσμο του ουτιού;
Αυτά τα δύο ονόματα είναι τόσο πολύ ριζωμένα μέσα στο όργανο αυτό, που δεν πρόκειται να ξεχαστούν ποτέ.
Θεωρείτε ότι το συνέδριο είχε την αναμενόμενη συμμετοχή; Πιστεύετε ότι ο κόσμος του ουτιού εκπροσωπήθηκε μέσα από αυτό;
Πόσο μπορεί να εκπροσωπηθεί ο κόσμος του ουτιού μέσα σε μία εβδομάδα; Υπάρχουν τόσοι πολλοί δεξιοτέχνες που δε χωράνε μέσα σε ένα συνέδριο. Παρόλα αυτά, αυτό που παρουσιάστηκε σ’ αυτό το χρονικό διάστημα ήταν ικανοποιητικό, λαμβάνοντας υπ’ όψιν και το γεγονός ότι ήταν η πρώτη φορά. Η συμμετοχή του κόσμου ήταν μεγάλη, ειδικά στις συναυλίες. Το πρόγραμμα του συνεδρίου ήταν πλήρες, από τις δέκα το πρωί έως τις δέκα το βράδυ.
Πώς κρίνετε το συνέδριο; Ήταν επί της ουσίας ένα τοπικό, ένα περιφερειακό ή ένα διεθνές συνέδριο;
Το συνέδριο ήταν διεθνές, υπήρξαν συμμετοχές από παντού. Παρευρέθησαν μουσικοί και οργανοποιοί από όλο τον κόσμο, μέχρι και από την Ιαπωνία. Από την Ελλάδα δυστυχώς οι συμμετοχές ήταν πολύ λίγες. Τα ονόματα Γιώργος Μπατζανός και Μανώλης Βενιός στο συνέδριο ακουγόταν καθημερινά από όλους τους συντελεστές του, σε οποιαδήποτε εισήγηση και σχόλιο τους και «εμείς» καλά-καλά ούτε εγκυκλοπαιδικά δε γνωρίζουμε ποιοι είναι αυτοί οι κύριοι... Πόσο απογοητευτικό μπορεί να είναι αυτό για μας στην Ελλάδα, αυτό δε θέλω να το σκέφτομαι…
Οι διαλέξεις σάς φάνηκαν ενδιαφέρουσες;Αποκομίσατε κάποια καινούργια στοιχεία;
Όλες οι διαλέξεις είχαν ενδιαφέρον, πάντα προκύπτουν νέα στοιχεία από αυτές και πάντα μαθαίνει κανείς, όσα κι αν γνωρίζει. Είναι σαν ένα παζλ που ολοκληρώνονται τα κομμάτια του. Τελειώνω σιγά-σιγά μία δουλειά που πρόκειται να κυκλοφορήσει σε βιβλίο σχετικά με τα ούτια της Πόλης. Πριν τη συμμετοχή μου στο συνέδριο είχα την εντύπωση ότι σχεδόν είχε ολοκληρωθεί. Έλα όμως που χάρη σ’ αυτό μου ανοίχτηκαν καινούρια πεδία αναζήτησης... Τελικά όσο ψάχνει κανείς βρίσκει...
Έγιναν παρουσιάσεις από οργανοποιούς όσον αφορά τεχνικά θέματα της κατασκευής του ουτιού;
Πραγματοποιήθηκαν δύο σεμινάρια κατασκευής ουτιού, το ένα από τον Mustafa Copçuoğlu και το άλλο από ένα νεότερο κατασκευαστή, τον Emir Değirmenli. Ο καθένας προσέγγισε -όπως είναι λογικό- με το δικό του τρόπο την κατασκευή του οργάνου. Έπειτα, δεν έλειψαν τα «πηγαδάκια» μεταξύ μας και η ανταλλαγή απόψεων και εμπειριών από όλους τους παρευρισκόμενους κατασκευαστές.
Σας άρεσε ιδιαίτερα κάποιος μουσικός από αυτούς που έπαιξαν;
Όλοι παίξανε πολύ καλά, δε θα ήθελα να ξεχωρίσω κάποιον συγκεκριμένα. Τα λαθάκια δεν απουσίασαν σχεδόν από κανέναν, αλλά έτσι είναι το ζωντανό και αυθόρμητο παίξιμο, ειδικά όταν παίζεις μπροστά σε τόσους πολλούς και καλούς μουσικούς.
Ποιό ήταν το κλίμα; Ο κόσμος ήταν ευχαριστημένος; Το βρήκε ενδιαφέρον;
Θα έλεγα ότι ο κόσμος έμεινε αρκετά ευχαριστημένος και αφού καθιερώθηκε πλέον το συνέδριο, ακόμη πιο πολύ. Έβλεπες αρκετά μεγάλους ανθρώπους με χαμόγελο και ενδιαφέρον να παρακολουθούν τα σεμινάρια και να κρατάνε σημειώσεις με ενθουσιασμό, σαν μικρά παιδιά.
Υπήρχαν κάποιες στιγμές ή περιστατικά που σας έκαναν εντύπωση και σας έμειναν;
Πολλές στιγμές, π.χ. θυμάμαι έντονα τον Osman Nuri Özpekel να σηκώνει ένα ούτι του Βενιού στα χέρια του και να λέει «με αυτό το ούτι έπαιζε ο Γιώργος Μπατζανός». Εκείνη τη στιγμή σχεδόν όλοι σηκώθηκαν όρθιοι και χειροκρότησαν τόσο δυνατά που έτριζαν οι τζαμαρίες…
Τελικά, ποιός είναι κατά τη γνώμη σας ο απολογισμός του συνεδρίου; Αισθάνεστε ότι κερδίσατε κάτι;
Κανείς δε βγαίνει χαμένος από τέτοιου είδους συναντήσεις. Οσα και να γνωρίζει κανείς, πάντα κάτι νέο θα ανακαλύπτει και θα μαθαίνει από έμπειρους μουσικούς, κατασκευαστές, μουσικολόγους. Και μόνο τις συναυλίες να παρακολουθήσεις, φεύγεις «γεμάτος».
Για την επόμενη χρονιά τι περιμένετε από το συνέδριο; Θα ξαναπάτε;
Μα φυσικά και θα ξαναπάω. Την επόμενη φορά είμαι σίγουρος ότι θα είναι ακόμη καλύτερο και περισσότερο διαδεδομένο στο ευρύτερο κοινό του ουτιού.
Κύριε Θεοδωράκη, σας ευχαριστούμε για το χρόνο σας.
Είναι ένας από τους λίγους οργανοπαίκτες στη Θράκη και την Ελλάδα που παίζει θρακιώτικη λύρα, ένα εξαιρετικό παραδοσιακό όργανο, άγνωστο όμως στο ευρύ κοινό. Ο λόγος για τον Αλέξιο Παρτινούδη, έναν νέο, σπουδαίο μουσικό από την Ορεστιάδα, που έμαθε τα μυστικά της θρακιώτικης λύρας κοντά σε σημαντικούς θρακιώτες οργανοπαίκτες.
Συνέντευξη στον Βασίλη Κάργα
Μαζί με άλλους νέους μουσικούς από τον Έβρο δημιούργησε την «Εβρίτικη Ζυγιά», ένα συγκρότημα που χρησιμοποιεί αρχέγονα παραδοσιακά θρακιώτικα όργανα, όπως τη γκάιντα, τη λύρα και το καβάλι, προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες στην θρακιώτικη μουσική μέσα από την έρευνα , την καταγραφή, τη διάδοση και τη διάσωσή της.
-Πως ασχοληθήκατε με το παραδοσιακό τραγούδι και τη θρακιώτικη λύρα; Η οικογένειά σας είχε κάποια ιδιαίτερη σχέση με τη μουσική;
«Η σχέση μου με το παραδοσιακό τραγούδι θα μπορούσα να πω, πως υπήρχε από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου να με τραβάει η μουσική. Παιδί μεταναστών στη Γερμανία θυμάμαι πως πάντα άκουγα παραδοσιακό θρακιώτικο τραγούδι. Χριστούγεννα, Πασχαλιά, ονομαστικές γιορτές, γάμους, αρραβώνες πάντα συνοδεύονταν με παραδοσιακά ακούσματα, Η σχέση μου έγινε ποιο στενή όταν γύρισα Ελλάδα και έμεινα με τη γιαγιά και τον παππού. Εκεί το παραδοσιακό τραγούδι δεν ήθελε κασετόφωνο και πικ-απ για να παίξει.»
-Πότε αποκτήσατε την πρώτη σας λύρα;
«Ο μεγάλος μου ο παππούς-ο προπάππους μου δηλαδή, έπαιζε λύρα, αλλά για να είμαι ειλικρινής δεν τον πολυπρόλαβα. Ο γιός του, ο παππούς μου έφτιαχνε λύρες ,αλλά δεν ήταν τόσο καλός οργανοπαίκτης-τα κατάφερνε πιο πολύ στην κατασκευή από το μεράκι του. Από αυτόν πήρα την πρώτη λύρα.»
-Από τι υλικά κατασκευάζεται την θρακιώτικη λύρα;
«Η θρακιώτικη λύρα κατασκευάζεται παραδοσιακά από μουριά και καρυδιά. Αυτά επέλεγαν οι παλιοί σαν ξυλεία. Τώρα οι νεώτεροι χρησιμοποιούν και άλλου είδους ξυλεία ,όπως σφεντάμι, κέδρο, ελιά κ.α.»
-Τι σημαινει για σας η θρακιωτικη λύρα;
Η λύρα για μένα είναι κατι σαν βιο-θεωρία.Με αυτην διασκεδάζω, με αυτην συνομιλω με τους άλλους, με αυτην θρηνώ και χαίρομαι-είναι ένας εναλλακτικός τρόπος ζωής που με προσδιορίζει και αυτοεντάσσει στην τοπική κοινωνία της Θράκης του σήμερα
-Στη θρακιώτικη λύρα τι είναι αυτό που μετράει περισσότερο, το ταλέντο ή η τεχνική;
«Φαντάζομαι πως η τεχνική είναι κάτι που το αποκτάς με τη μελέτη, η οποία με τη σειρά της θέλει χρόνο , υπομονή και επιμονή. Το ταλέντο το αντιλαμβάνομαι σαν ένα θετικό παράγοντα που έχει να κάνει με την αντίληψη του ατόμου για να απορροφήσει και ταυτόχρονα να αποδώσει τη μουσική. Και τα δυο θέλουν δουλειά και καλλιέργεια για το επιθυμητό αποτέλεσμα.»
-Σε τι διαφέρει η θρακιώτικη λύρα από την κρητική, την ποντιακή και τη μακεδονική;
«Η δικιά μας λύρα διαφέρει με άλλες περισσότερο και με άλλες λιγότερο. Οι διαφορές έχουν να κάνουν με την κατασκευή, το κούρδισμα και τον τρόπο παιξίματος. Η κάθε λύρα έχει εξελιχθεί και σμιλευθεί με την τοπική ψυχοσύνθεση των κατά τόπους κάθε ανθρώπους. Η θρακιώτικη μοιάζει εξωτερικά με τη κρητική και την καρπαθιώτικη ,αλλά ακουστικά είναι κοντά στη μακεδονική.»
-Γιατί η θρακιώτικη λύρα δεν είναι τόσο γνωστή, όσο πχ η κρητική;
«Αυτό είναι ένα μεγάλο θέμα με πολλές πτυχές. Μπορούμε να βρούμε πολλούς λόγους γιατί συμβαίνει αυτό. Κατά αρχάς , πιστεύω πως ο βασικός λόγος είναι η αποδεκτικότητα γενικότερα της παραδοσιακής μας μουσικής από την τοπική κοινωνία. Εμείς οι νέο- Θρακιώτες δεν ακούμε παραδοσιακή μουσική πλέον-στην Κρήτη , μιας και κάνουμε τον παραλληλισμό, ακούνε μόνο κρητικά!!! Όταν λοιπόν στην Θράκη δεν ακούμε παραδοσιακή μουσική και δεν ξέρουμε ότι η γκάιντα δεν είναι σκωτσέζικο όργανο ,αλλά όργανο των παππούδων μας-πως περιμένουμε να ξέρει ο κόσμος για την πιο σπάνια -θρακιώτικη λύρα ;»
-Χρησιμοποιείται σήμερα η θρακιώτικη λύρα στο θρακιώτικο τραγούδι;
«Μέχρι το 2000 η λύρα είχε εξαφανιστεί από το πάλκο των παραδοσιακών συγκροτημάτων. Μόνο δισκογραφικά έκανε μια αραιά εμφάνιση που και που. Από εκεί και ύστερα όμως έχουμε μια ανοδική πορεία και συνεχόμενη επανεμφάνιση της λύρας σε μουσικά σχήματα. Σήμερα υπάρχουν γύρω στα δέκα παραδοσιακά μουσικά σχήματα στην Βόρεια Ελλάδα που χρησιμοποιούν Θρακιώτικες λύρες.»
-Υπάρχουν άλλοι οργανοπαίκτες που παίζουν θρακιώτικη λύρα;
«Φυσικά και υπάρχουν και όχι μόνο στη Θράκη .Όπως συμβαίνει και με τους γκαιτατζήδες, πλέον οι περισσότεροι θρακιώτες οργανοπαίκτες είναι εκτός Θράκης! Πιο πολλές θρακιώτικες λύρες και γκάιντες θα βρεις π.χ. στη Θεσσαλονίκη και Αθήνα παρά στον Έβρο!»
-Ποιο από τα κομμάτια που παίζετε στη θρακιώτικη λύρα σας συγκινεί περισσότερο;
«Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο κομμάτι. Αυτά όμως που με συγκινούν περισσότερο είναι τα καθιστικά τραγούδια, τα οποία εξιστορούν πιο θλιμμένα καθημερινές ιστορίες.»
-Οι νέοι του Έβρου, της Θράκης ενδιαφέρονται για το παραδοσιακό τραγούδι;
«Θα έλεγα ότι ασχολούνται .Αν μου κάνατε την ίδια ερώτηση πριν δέκα χρόνια θα σας έλεγα ότι δεν ασχολούνται, αλλά τελικά με το ρεύμα της ευρύτερης παγκοσμιοποίησης , οι νέοι μας ασχολούνται κατά ένα μικρό ποσοστό βέβαια και πάλι με την παραδοσιακή μουσική, είτε μέσα από χορευτικούς συλλόγους, είτε μέσα από την εκμάθηση κάποιου παραδοσιακού οργάνου.»
-Πανηγύρι του χθες, πανηγύρι του σήμερα; Σε τι διαφέρουν; Γλεντάει ο κόσμος σήμερα;
«Ο κόσμος γλεντάει ακόμη στα πανηγύρια, τουλάχιστον στην επαρχία του βορείου Έβρου. Αστικό περιβάλλον και ζωντανή μουσική παράδοση δύσκολα μπορεί να συνυπάρξει. Η διαφορά του χθες και του σήμερα ανάγεται πιο πολύ σε κοινωνιολογική διαπίστωση. Ο κόσμος στην επαρχία ήταν περισσότερος, είχε πιο δεμένη συνοχή –πιο αυθεντικός. Σήμερα έχουν αλλάξει πάρα πολλοί παράμετροι. Πιστεύω όμως ότι η ουσία του έχει παραμείνει αναλλοίωτη, ο απλός τοπικός πληθυσμός συνεχίζει να γλεντά με τους ανθρώπους του και εξιλεώνεται από την καθημερινότητα.»
-Συμφωνείτε ή διαφωνείτε με τις διασκευές που γίνονται στο παραδοσιακό τραγούδι;
«Δεν υπάρχει λόγος να διαφωνώ με συναδέλφους μου. Η μουσική είναι αέρας .Στον κάθε έναν μας γεννά διαφορετικά συναισθήματα και διαφορετικά την αντιλαμβάνεται και την αποδίδει. Οι μουσικοί που κάνουν διασκευή στο παραδοσιακό τραγούδι, πρώτα το αγαπάν και μετά το ερμηνεύουν όπως το αισθάνονται. Δεν είναι σωστό να πέφτει αρνητική κριτική σε αυτό. Στην μουσική δεν υπάρχουν όρια- τα υπόλοιπα είναι προσωπικές επιλογές όλων μας.»
-Το συγκρότημα που έχετε δημιουργήσει, η «Εβρίτικη Ζυγιά», τι καινούργιο φέρνει στη θρακιώτικη μουσικη;
«Όσοι γνώρισαν τα μέλη του μουσικού σχήματος Εβρίτικη Ζυγιά, με χαρά διαπίστωσαν, ότι τα ιδιαίτερα γνωρίσματα και τα πολιτισμικά στοιχεία από τον πλούτο της λαϊκής παράδοσης του τόπου μας, βρίσκουν ακόμη και σήμερα απήχηση σε πολλούς νέους ανθρώπους που έχουν τη διάθεση να πορεύονται με αυτά, που τα διατηρούν και αγωνιούν για να τα προβάλλουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ηλικιακά νέοι οι μουσικοί της «Εβρίτικης Ζυγιάς,» δημιουργούν με ιδιαίτερη ευαισθησία και συνθέτουν με γνήσια συστατικά από τον λαογραφικό πλούτο του Έβρου, μια εντυπωσιακή διαδρομή προς το μέλλον. Μυημένοι στον παραδοσιακό τρόπο διασκέδασης, με καταγεγραμμένες στο ενεργητικό τους πολλές έρευνες και έχοντας στην σύνθεσή τους αποκλειστικά αρχέγονα παραδοσιακά θρακιώτικα μουσικά όργανα, θα θυμίσουν στους παλαιότερους προσωπικά βιώματα και θα ταξιδέψουν τους νεώτερους σε όλες τις γωνιές του Θρακικού χώρου (Βόρεια – Ανατολική - Δυτική Θράκη). Εκεί στα ατελείωτα Θρακιώτικα πανηγύρια, που όλα ήταν αυθεντικά, με ανθρώπους απλούς. Τότε που ο κόσμος γλεντούσε με τα αφτιά και την ψυχή και όχι με τα μάτια!»
H «Εβρίτικη Ζυγιά» δημιουργήθηκε το 2008 και συμμετέχουν οι μουσικοί: Σπύρος Στράτος : Γκάϊντα- Καβάλι Αλέξης Παρτινούδης : Λύρα Θράκης Βαγγέλης Κατσουλίδης: Ούτι - Τραγούδι Άγγελος Στράτος : Νταούλι – Τουμπερλέκι
Βιογραφικό: Ο Αλέξιος Παρτινούδης γεννήθηκε το 1980 στο Αννόβερο της Δυτικής Γερμανίας από γονείς μετανάστες, γκαγκαούζικης καταγωγής, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα το 1985. Τα πρώτα του ακούσματα προέρχονται από τα πανηγύρια στα χωριά του 'Εβρου. Η αγάπη του για την παράδοση τον ώθησε να καταπιαστεί σοβαρά με τη λύρα (kemane) μετά το 1996, όταν γνωρίζει από κοντα τους τελευταίους του είδους του , Ιωάννη Μπαρμπουδά και Μηνά Μήνογλου από τον Έβρο, Ιωάννη Στρίγκο αλλά και Σπύρο Κούκο της αναστενάρικης σχολής. Έκτοτε έχει συνεργαστεί με πολλούς καλλιτέχνες της θρακικής οικογένειας. Διατηρεί ένα μικρό εργαστήρι κατασκευής θρακικής λύρας. είναι παντρεμένος με την Δέσποινα Τσολακίδου και ζεί και εργάζεται στην ακριτική Νέα Ορεστιάδα.